Κυριακή, Μάϊος 17, 2009
Γκουρμέ
Σάββατο, Μάϊος 09, 2009
H αρχή (και το τέλος) από ένα ποστ που έγραψα στις 28 Μαρτίου και ξέχασα να ανεβάσω
Παρασκευή, Μάρτιος 13, 2009
We Carry On
Ηλίας
Ντριν
Το αρπάζεις και λίγο πριν το πετάξεις από το παράθυρο προλαβαίνεις μόνο να κάνεις κάποιες σκόρπιες σκέψεις. Και αν προσγειωθεί στο κεφάλι εκείνης της γιαγιάς που γυρίζει κεφάτη από το μπακάλικο του Βερόπουλου, κρατώντας δυο σακούλες με ψώνια; (στην μία είναι εύκολο να δεις μια φυτίνη, ένα μπέηκιν πάουντερ, ένα φαρινάπ και μια κουβερτούρα, ενώ στην άλλη με δυσκολία διακρίνεις τρία άδεια μπουκάλια μπίρας και μισό λίτρο βενζίνη κάτω από τα 4 ρολά υγείας καππιτονέ). Και αν η γιαγιά πέσει σέκος δίπλα από το πεζοδρόμιο; Και αν έρχεται γκαζωμένος εκείνος ο οδηγός με το πορτοκαλί φίατ, που συνηθίζει να ακούσει στη διαπασών τον εξαίρετο τραγουδιστή Πετρέλη; Και αν τη δει τελευταία στιγμή και για να την αποφύγει μπει στο αντίθετο ρεύμα; Και αν στο αντίθετο ρεύμα ο οδηγός με το πράσινο αγροτικό μάζντα , στην προσπάθεια του να αποφύγει το πορτοκαλί φίατ, βγει από το δρόμο και τσουλήσει σ' εκείνο τον κατηφορικό χωματόδρομο που καταλήγει στην παραλία; Και αν τα φρένα του δε λειτουργήσουν; Και αν προσγειωθεί ανάμεσα στα βυζιά της Λιλίκας που συνηθίζει να απολαμβάνει γυμνόστηθη τον ήλιο διαβάζοντας Λένα Μαντά; Και αν αυτό θεωρηθεί δυσφήμιση για την Μαντά; Και αν ξεσπάσει σκάνδαλο και μην μπορώντας η συγγραφεύς να αντέξει τις τύψεις αποφασίσει να δώσει τέλος στη ζωή της, πηδώντας από τη γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου; Και αν όλοι αυτοί οι κριτικοί που την χλεύαζαν, συνειδητοποιώντας το μέγεθος της αδικίας, αποφασίσουν να την τοποθετήσουν στο πάνθεον των μεγάλων αυτόχειρων λογοτεχνών, δίπλα από τους Καρυωτάκη - Δημοσθένη Παπαδόπουλο - Δημοσθένη Κούρτοβικ - Σταύρο Κρητιώτη -Αρθούρο Ρεμπώ - Αύγουστο Κορτώ; Μπα, αποκλείεται, λες. Με τα αν δεν γράφεται καμιά ιστορία. Και παρ'όλο που το τηλέφωνο έχει σταματήσει να χτυπάει, εκτοξεύεται αβίαστα και αβασάνιστα από το παράθυρο.
Και προσγειώνεται στο κεφάλι της γιαγιάς. Το πορτοκαλί φίατ πλησιάζει.
Τρίτη, Φεβρουάριος 17, 2009
Ήσυχες ημέρες
Η Κούλα βγήκε από το σπίτι της κραδαίνοντας το τσεκούρι. Μπήκε στο στάβλο. Αποκεφάλισε μια κατσίκα. Το πήρε το κεφάλι παραμάσχαλα. Το έβαλε πάνω στην τηλεόραση. Δίπλα από το κεφάλι του τράγου με τα κέρατα. Το σεμεδάκι έγινε λούτσα. Τα πίξελ της τηλεόρασης γέμισαν κόκκινα ποτάμια.
Ησυχία στη γειτονιά.

Τετάρτη, Ιανουάριος 28, 2009
To μπλόκο και όλα τα άλλα
Με το πρώτο λεωφορείο από Θεσσαλονίκη για Βόλο.
Είχαν προηγηθεί μία ολονύχτια διαδρομή με το τρένο από Κομοτηνή, όπου είχα ακούσει ιστορίες για τα στρατά (οι φράσεις «δεν την παλεύω», «γαμώ τη Γκατζολία», «πόσες και σήμερα;» εκτοξεύονταν με ρυθμό πολυβόλου από τους φαντάρους – λίγα χρόνια μετά θα τις χρησιμοποιούσα και γω με παραπλήσιο ρυθμό), μία συνάντηση με κάποια που καταγόταν από το χωριό μου και στη δεκαετία του ’60 είχε μεταναστεύσει στη Γερμανία, (με διέταξε να δώσω χαιρετίσματα στη Ρίτα -δεν ήθελα να τη λυπήσω αναγγέλλοντας της ότι η Ρίτα είχε μετοικήσει λίγα χρόνια πριν εις τόπον χλοερόν – ουδείς στέργει άγγελο κακών), πολλές απεγνωσμένες απόπειρες να κοιμηθώ, άλλες τόσες αποτυχημένες, ένα πακέτο γκολουάζ, το ξημέρωμα στον σταθμό, μία γκρι ανατολή, ένας πικρός, μαύρος κατράμι καφές στα Κτελ και η διαγώνια ανάγνωση μίας χτεσινής εφημερίδας που με περίμενε σε ένα παγκάκι, στην πρώτη σελίδα της οποίας οι τίτλοι έγραφαν κάτι για την χαμηλές πτήσεις των Τούρκων πάνω από το Αιγαίο, τις επικείμενες αγροτικές κινητοποιήσεις και για τη φανταστική πορεία του Ολυμπιακού στο πρωτάθλημα.
Θα κοιμόμουν στη διαδρομή, αναμφίβολα, αν δεν χτυπούσαν τα κινητά. Και αυτά ηχούσαν κάθε πέντε, άντε δέκα το πολύ, λεπτά. Το είχα πάρει απόφαση. Θα κοιμόμουν στο σπίτι μου στο Βόλο. Γι αυτό και το μόνο που μου έμενε να κάνω ήταν να απολαύσω τη διαδρομή, τι και αν την ήξερα απ’ έξω και ανακατωτά; Ο Αξιός, η Κατερίνη, η Λεπτοκαρυά, το κάστρο του Πλαταμώνα, η κοιλάδα των Τεμπών, ο Πηνειός, ένα τρακτέρ, ένα δεύτερο, να και ένα τρίτο, να και χίλια ακόμη. Το μπλόκο.
Μόλις είχαν κλείσει το δρόμο. Και εκείνη τη στιγμή που ήμουν έτοιμος να αρχίσω να βρίζω την τύχη μου τη μπουζουξού, αφού δεν είχα ακούσει τη συμβουλή του πατέρα μου που με είχε προτρέψει να «κάτσω στα αυγά μου» γιατί ήταν βέβαιος πως οι αγρότες θα έκλειναν την εθνική στα Τέμπη και εγώ τον είχα γράψει στα παλιά μου τα υποδήματα (η αλήθεια είναι ότι δεν άντεχα στην Κομοτηνή μετά την εξεταστική – ψοφόκρυο, απονέκρωση και ακατέργαστη ανία), άρχισα να διασκεδάζω με τις αντιδράσεις των επιβατών. Μία καλοντυμένη κυρία πανικοβλήθηκε επειδή θα έχανε ένα μήτινγκ και απειλούσε θεούς (το Σημίτη;) και δαίμονες (τον Πατάκη;), ένας ευτραφής άρχισε να φωνάζει (τι χάλια είναι αυτά, τι σας φταίμε, έχουμε και δουλειές – κρατούσε μία ασημένια βαλίτσα, μέσα στην οποία είμαι σίγουρος ότι ξεκουραζόταν ένα ρεβόλβερ, ωραία, θα μας πούνε και στις ειδήσεις, θα χυθεί αίμα), μία ροδαλή φοιτητριούλα μουτζόκλαιγε (ιπποτικά της προσέφερα ένα ζέβασοφτ – ανταπέδωσε έναν αναστεναγμό και μου είπε ότι κατέβαινε στο Βόλο για να δει το αγόρι της που υπηρετούσε στη Σάμο, είχε καιρό να τον «δει», αχ και τώρα πότε θα τον «δω», μόνο μία τριήμερη πήρε για να με «δει»), ενώ ένας φαντάρος με στολή εξόδου κοιμόταν ακόμη του καλού καιρού. Ο οδηγός ήδη διαπραγματευόταν. (Μα από πού να πάμε; - Παρακαμπτήριο να πάρετε. Από την εθνική δεν περνάτε. – Μα δεν μας λυπάστε; Τι σας φταίμε; - Γιατί; Εμείς τι σας φταίμε; Που μένουν στις αποθήκες τα βαμβάκια και τα λάδια; Που τα πουλάμε για ένα ξεροκόμματο; Ούτε επιδοτήσεις παίρνουμε, ούτε τίποτα. Μας κοροϊδεύουν – Ρε παιδιά μαζί σας είμαι, αλλά δεν υπάρχει άλλος τρόπος να διαμαρτυρηθείτε; - Υπάρχει, αλλά πού να τρέχουμε στην Αθήνα; - Καλά, και από πού να πάμε τώρα; - Παρακαμπτήριο. Μέσω Καρίτσας). Την ώρα που το λεωφορείο έμπαινε στην παρακαμπτήριο, πρόσεξα λίγο το όλο σκηνικό. Σίγουρα δεν θα ξυπνούσαν μια ωραία πρωϊα και θα κλείναν το δρόμο, αν δεν είχαν αιτήματα. Η φτώχεια είναι κινητήριος δύναμη. Και η απόγνωση. Και η βαρεμάρα. Και η άποψη ότι όταν ένα μπουρδέλο καίγεται πρέπει πάση θυσία να σωθεί η πουτάνα. Κάτι συνέβαινε εκείνη τη στιγμή και κάτι μου έλεγε ότι αυτές οι εικόνες θα επαλαμβανόταν ξανά και ξανά.
Φτάσαμε στο Βόλο μετά από 4 ώρες περιπλάνησης. Το είχα πάρει απόφαση ότι θα αργούσαμε και χάζευα, θυμάμαι, τη διαδρομή ακούγοντας Διάφανα Κρίνα στο γουόκμαν. Είδα μέρη που δεν είχα ξαναδεί. Έφτασα στο συμπέρασμα ότι ο νομός Λαρίσης δεν αποτελείται μόνο από τον αχανή κάμπο, αλλά και από γραφικά χωριά με πετρόχτιστα αρχοντικά και φιδογυριστά καλντερίμια, από καταπράσινα λιβάδια γεμάτα αγελάδες που έβοσκαν γαλήνιες , από όμορφες παραλίες με ψιλή άμμο και από άλλες με πετρούλες, από περήφανα βουνά και από υπεραιωνόβια δέντρα με χοντρούς κορμούς και δυνατά κλαδιά, που άπλωναν στο άπειρο.
Καθώς φτάσαμε στο Βόλο με παρέλαβε ένας ταξιτζής που χώρεσε άλλους τρεις, καημένους σαν εμένα, στο όχημά του. Περιπλανηθήκαμε σε όλη την πόλη παρακολουθώντας τους δρόμους ανέκφραστος, μέχρι που πρόσεξα κάποιους δημοτικούς υπάλληλους να κόβουν νεραντζιές. – Μα γιατί τις κόβουν; - Θα κάνει λέει ο δήμαρχος θέσεις για πάρκινγκ – Ο Βόλος είναι ήδη γκρι – Και τι έγινε; Θα μας βλάψει λίγο γκρι ακόμη; Δεν είχα διάθεση για περαιτέρω κουβέντες. Ήμουν και κουρασμένους.
Δεν ξέρω γιατί ακριβώς θυμήθηκα όλα αυτά. Ίσως φταίνε τα δελτία ειδήσεων των τελευταίων ημερών. Και η προσπάθεια να βρω τι ακριβώς έχει αλλάξει από εκείνο το πρωί του Φλεβάρη του 1999.
Τετάρτη, Ιανουάριος 07, 2009
Καουτσούκ
Τρίτη, Νοέμβριος 25, 2008
Πέμπτη, Νοέμβριος 20, 2008
Το συμβάν
Μου τα είπε τα καθέκαστα ο ιδιοκτήτης του εν λόγω κλαμπ. Το ακουστικό παραλίγο να μου πέσει από τα χέρια. Την κάτσαμε. Και τώρα τι γίνεται λέω; Ε, τι να γίνει μου απαντάει. Δεν το προλάβαμε. Πήρε διαστάσεις το θέμα. Και πώς το καλύπτουμε; Ξέρεις, απαντά, αυτό δεν καλύπτεται, είναι χοντρό. Δεν είναι κανά χαμένο κορμί, κανά μετανάστης ή καμιά φουκαριάρα αλβανίδα καθαρίστρια, δεν καλύπτεται το θέμα, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να το συμμαζέψουμε. Μιλάμε σε κανά ραδιοφωνικό σταθμό, άντε σε κανά ρεπόρτερ, εκφράζουμε την βαθύτατη οδύνη μας, χωρίς να παραλείψουμε να εκφράσουμε και την έκπληξή μας για το συμβάν. Πρέπει να πούμε κιόλας ότι τέτοιο περιστατικό δεν έχει ξανασυμβεί, είναι πρωτόγνωρα πράγματα αυτά και δεν ταιριάζουν με το προφίλ αυτού του τόπου, στον τόπο μας έρχονται καλοί άνθρωποι και οι κάτοικοι είναι καλοί και καλοσυνάτοι. Ντάξει, τι να κάνουμε θα πούμε ότι θα μπορούσε να είχε συμβεί οπουδήποτε, έτσι δεν είναι;. Μην ξεχνάμε επίσης ότι είναι πολλά αυτά που διακυβεύονται, οκ; Μεσούσης της καλοκαιρινής περιόδου. Καταλαβαίνεις τι εννοώ. Ήδη έχουν αρχίσει οι πρώτες γκρίνιες..Και φοβάμαι ότι το θέμα θα απασχολεί τα κανάλια για 2-3 μέρες ακόμη. Λογικά, θα περάσει η μπόρα. Τώρα όμως χρειάζεται προσοχή, ε; Παίζονται πολλά. Και μην ξεχνάς ε; Θα χάσουμε πολλά αν δεν το χειριστούμε καλά. Και δεν εννοώ μόνο τις ψήφους, ε; Καταλαβαίνεις τι εννοώ; Στον ίδιο τόπο μένουμε, ξέρεις πώς είναι οι κλειστές οι κοινωνίες και ξέρεις τι θα πάθουμε αμα χαθούν λεφτά. Γι αυτό σου λέω. Θέλει προσοχή. Και σεμνότητα και ταπεινότητα.
Εντάξει, ναι, έτσι είναι, γεννιόμαστε αγνοί. Είμαστε εν δυνάμει άγιοι. Απλώς, να μωρέ, πώς τα φέρνει η στιγμή και έτσι ξαφνικά μπορούμε να γίνουμε εν δυνάμει εγκληματίες, Δεν ξέρω, όλα μέσα στο παιχνίδι είναι. Εντάξει, δε θα σου πω ούτε για το πώς μεγάλωσα, ούτε για τις όποιες αξίες και τα ιδανικά μου. Το μόνο που θέλω να σου πω είναι πώς ακριβώς κατέληξα εδώ. Έχουμε χρόνο να στα πω, θα μου πεις και αύριο μέρα είναι, αλλά, εντάξει, δεν έχεις βαρεθεί πια την τηλεόραση; Ρε συ μην φεύγεις, κάτσε λίγο να στα πω περιληπτικότατα έστω, με αδρές γραμμές. Κοίτα, το γρασίδι είναι πράσινο αλλά για να είμαι ειλικρινής το μόνο πράσινο πράγμα που πρόσεχα δεν ήταν το γρασίδι, μιας και δω δεν έχουμε γρασίδια, ζούγκλες και πυκνή βλάστηση, λοιπόν τι έλεγα, ναι, πράσινα ήταν και τα κατοστάευρα που μας έδιναν. Ρέστα δεν πολυθυμάμαι να επέστρεφα. Καλή δουλειά μου είπαν. Να κόβεις φάτσες. Και να προσέχεις ποιος μπαίνει, ποιος βγαίνει, έχε το μάτια σου ανοιχτά και να επεμβαίνεις όταν πάει να γίνει κανά σκηνικό. Τους βγάζεις έξω και αναλαμβάνεις τα περαιτέρω. Εύκολο για μένα, ερασιτέχνης πυγμάχος γαρ. Αλλά έπρεπε να προσέχω. Το είχαν τονίσει επανειλημμένως και επισταμένως. Ό,τι κάνουμε να το κάνουμε στο σκοτάδι. Και με τέτοιο τρόπο ώστε να μη σε δουν πολλοί. Στα μουλωχτά, πώς να στο πω για να γίνω κατανοητός. Εννοείται ρε συ ότι είχε λαδώσει το μπιγκ μπος και κάποιους για να μπορούμε να κλείνουμε τα στόματα, αλλά μια στο εκατομμύριο να τύχαινε η στραβή, θα την είχαμε άσχημα, δεν σε είδα δεν σε άκουσα, βγάλτην πέρα μόνος σου, εξηγούμαι για να μην παρεξηγούμαι. Και εντάξει όλα καλά, όλα πήγαιναν καλά, έριχνα και κάτι ψιλές και περνούσε η ώρα, τζάμπα λεφτά σου λέω. Ρε συ βαρέθηκες; Γιατί την κάνεις; Καλά, δεν πειράζει, και αύριο μέρα είναι, έχουμε όλο τον χρόνο μπροστά μας. Έχουμε όλο τον χρόνο μπροστά μας. Ο χρόνος είναι άφθονος, γαμώ την καταδίκη μου. Η ανία.... Οι σκέψεις...Φοβάμαι τις σκέψεις...Επιστρέφουν τα βράδια με το που πέφτει το σκοτάδι...Μου θυμίζουν τι έχω κάνει...Τι έχω κάνει; Ρε πούστη μου, τι έκανα; Πώς μπόρεσα και το έκανα; Μπορώ να σωθώ; Μόνο άμα βγω από εδώ. Μόνο τότε θα πω ότι η ζωή συνεχίζεται. Γιατί τώρα έχει σταματήσει πίσω από αυτά δω τα ντουβάρια....
Γαμώτο, ήταν ανάγκη να σκάσει αυτό το θέμα τώρα; Τώρα που ετοιμαζόμουν για τις καλοκαιρινές μου διακοπές; Τα κοράκια οι δημοσιογράφοι ψοφάνε για θανατίλα, σαν τα όρνια ένα πράγμα. Έδωσαν έκταση στο θέμα, από τη μύγα ξίγκι να βγάλουν, από παντού να μας βαρέσουν, μη χάσουν τα καθάρματα. Μίλησα και με τον προϊστάμενό μου. Τι κάνουμε αρχηγέ; Το θέμα μού λέει δεν είναι τι κάνουμε, είναι τι κάνεις εσύ. Εγώ δε θέλω καμιά ανάμειξη σ’ αυτήν την υπόθεση. Το κόστος για μένα μπορεί να είναι υψηλό και δε γουστάρω να πληρώνω ίματζ μέηκερς ξανά, είναι και ακριβοί οι πούστηδες. Οπότε θα σου πω τι οφείλεις να κάνεις εσύ. Λοιπόν, απλά τα πράγματα. Θα πας στον τόπο του συμβάντος και θα καλέσεις τους δημοσιογράφους για συνέντευξη τύπου και καλά. Θα κάνεις δηλώσεις, θα το παίξεις αυστηρός, θα επαναλάβεις πολλές φορές τις φράσεις «δε θα ανεχτούμε» και «θα φτάσει το μαχαίρι στο κόκαλο» και μετά θα συνεχίσεις απερίσπαστος τις διακοπές σου. Το πολύ πολύ να συγκαλέσεις και μια σύσκεψη με τους τοπικούς άρχοντες και όλα καλά. Το θέμα θα ξεχαστεί. Μην ξεχάσεις μόνο να καλέσεις και τα κανάλια. Και να φοράς το μπλε πουκάμισο και τη γκρι γραβάτα, γιατί γράφει καλά στις κάμερες, τονίζει τις γωνίες σου και σε δείχνει δυναμικό. Μόνο η εικόνα μετράει, στο έχω ξαναπεί. Αρκεί να το παίξεις πειστικός. Όλα τα άλλα είναι ήσσονος σημασίας, μόνο να είσαι πειστικός, το μαχαίρι στο κόκαλο. Εντάξει αγόρι μου; Αυτά είπε ο προϊστάμενος και μου έκλεισε το τηλέφωνο. Καλά τα είπε. Πρακτικός, σώφρων και έξυπνος άνθρωπος. Έχει τη λύση σε όλα τα προβλήματα. Γι αυτό τον αγαπάω. Αυτά που είπε, αυτά θα κάνω. Θα συνεχίσω τις διακοπές μου εκεί. Τι να κάνουμε, φέτος δε θα κάνω διακοπές στην Ταϋλάνδη. Φέτος μένουμε Ελλάδα. Θα μου πεις και εδώ καλά είναι. Ωραίες παραλίες και όμορφος κόσμος. Τι να κάνουμε δυστυχώς. Ανάγκα και θεοί...
Όλες αυτές τις μέρες που ήμουν έγκλειστος, έβγαινα στο προαύλιο και μιλούσα μ’ αυτό το παληκάρι. Ολιγόλογος και εσωστρεφής, έτσι μου είχε φανεί. Μετά, σαν να λύθηκε κάπως. Μου έλεγε ότι δεν ξέρει πού βρίσκεται και πού πηγαίνει. Ωχού και συ καημένε, σάμπως ξέρει κανείς πού πηγαίνει, ούτε και γω ξέρω γιατί είμαι δω. Και οι δυο μας βλέπαμε τους γονείς μας που έρχονταν και μας κοιτούσαν έξω από τα κάγκελα, εμείς τους μιλούσαμε, αυτοί τσιμουδιά, μόνο μας κοιτούσαν, γιατί δεν μας μιλάτε φωνάζαμε, ουρλιάζαμε ρε γιατί δεν μας μιλάτε, και μετά τους βλέπαμε να φεύγουνε περίλυποι και με κατεβασμένο το κεφάλι και τότε αγκαλιαζόμασταν και μπήγαμε τα κλάματα, να βλέπεις τώρα δυο μαντράχαλους να κλαίνε σαν γυναικούλες. Και το ίδιο γινόταν για κάμποσο καιρό. Μέχρι που μια μέρα εξαφανίστηκε. Ρώτησα τους άλλους πού πήγε, αλλά και αυτοί δεν ξέρανε τίποτα. Μέχρι που έγινε το θαύμα, έτσι το ονόμασαν οι γιατροί, θαύμα, και συνήρθα από το κώμα. Τότε είδα και τους γονείς μου που με αγκάλιαζαν και μου μιλούσαν τρέμοντας. Συνήρθες αγόρι μου; Συνήρθες, δεν περιμέναμε να επιστρέψεις, απίστευτο, υπάρχει Θεός, γίνονται και θαύματα, οι γιατροί σε είχανε για πεθαμένο. Δυο μέρες μετά ρωτάω για κείνο το παιδί που βγαίναμε και μιλούσαμε μαζί στο προαύλιο. Νοσηλευόταν εδώ μου λένε ένα παιδί έτσι όπως μας το περιγράφεις, το είχαν στο διπλανό κρεβάτι. Ερχόταν και οι γονείς του. Πού είναι, ρωτάω Μας άφησε πριν από λίγες μέρες. Διάβασα στις εφημερίδες και πληροφορήθηκα για το συμβάν. Όταν έγινα πλήρως καλά πήγα στο μέρος που είχε γίνει το κακό. Υπήρχαν και άλλες ανθοδέσμες εκεί. Άφησα μία δικιά μου με κάτι άσπρα τριαντάφυλλα. Και τότε μ’ έπιασε το παράπονο. Γιατί ρωτούσα, γιατί μονολογούσα και απάντηση δεν έπαιρνα, μόνος ήμουν εκεί, από ποιον να πάρω απάντηση. Από κείνη τη μέρα πέρασαν χρόνια. Το θέμα έχει ξεχαστεί, όπως ήταν αναμενόμενο. Τα συνθήματα που είχαν γράψει «δε θα σε ξεχάσουμε», «θα ζεις για πάντα», «αθάνατος» έχουν καλυφθεί από άλλα. Δεν ξέρω αν η λήθη είναι ο οριστικός θάνατος. Αν ισχύει αυτό, τότε ο φίλος μου δεν θα ξεχαστεί ποτέ. Γιατί κάθε χρόνο αφήνω μια ανθοδέσμη στον τόπο που έγινε το κακό. Σα να ξορκίζω την κακή ενέργεια αυτού του γαμημένου σημείου με τα τριαντάφυλλα και με το κλάμα που ρίχνω κάθε φορά που πάω εκεί.
