Κυριακή, Μάϊος 17, 2009

Γκουρμέ

Χτυπάει παραπροχθές το τηλέφωνο, το σηκώνει ένας συνάδερφος και μας ανακοινώνει ότι είμαστε, λέει, καλεσμένοι σε ένα γκαλά που διοργανώνει ένα ξενοδοχείο για την έναρξη της σαιζόν. Εντάξει λέω, εννοείται ότι δε θα πάω, όρεξη έχω να τρέχω σε γκαλά και μαλακίες. Το φαγητό τζάμπα είναι λένε, καλά άμα είναι θα 'ρθω, αλλά σιγά μη ντυθώ και επίσημα και σιγά μην ξυριστώ, ούτε να φανώ θέλω ούτε να επιδειχθώ δίπλα στα ξενέρωτα όντα που έχουν κατακλύσει αυτόν τον ωραίο, κατά τα άλλα, τόπο. Βέβαια οι περισσότεροι έρχονται για να επιδειχθούν και μετά να πηδηχτούν και η αλήθεια είναι ότι αν δεν κάνεις το πρώτο είναι μετά δύσκολο να προβείς στο δέυτερο, αλλά δε βαριέσαι. Τέλος πάντων πήγαμε. Ο χώρος μια χαρά, όπως είναι όλα τα ξενοδοχεία με πισίνα το βράδυ, φωτισμένο, μια χαρά. Μας υποδέχεται μια κυρία με ένα πορτοκαλί κουστούμι, ψιλοξενερωμένη μας λέει ότι περίμενε περισσότερα άτομα (εμείς ήμαστε μόλις τέσσερις) και μας βάζει σε ένα τραπέζι από εκείνα τα στρογγυλά που χρησιμοποιούν σε γαμήλιες δεξιώσεις, ωραία δε λέω, άντε να δούμε πότε θα βγει η νύφη και ο γαμπρός. Αντί όμως για το γαμήλιο ζεύγος εμφανίζονται κάτι εικονολήπτες. Μάλιστα λέω τα πιάσαμε τα λεφτά μας, θα τραβήξουν και το γκαλά και θα το στείλουν σε καμιά Λαμπίρη ή σε καμιά τουριστική έκθεση για να δείξουν τι ωραία που περνάνε οι πελάτες του ξενοδοχείου τα βράδια μπάι δε πουλ, δε σουίμινγκ πουλ. Την ώρα που είμαι έτοιμος να σηκωθώ και να φύγω πέφτει το μάτι μου στο μενού, έξι πιάτα παρακαλώ, στην αρχή σούπα, μετά ψάρια, κρέας, φρούτα και γλυκά. Δε βαριεσαι, ας με δείξει η κάμερα, άμα είναι να φάω ψάρι και μάλιστα τζάμπα, ας είναι, θα κάνω την ανάγκη φιλοτιμία. Έρχονται οι σερβιτόροι, θέλετε κρασί κύριε, βεβαίως απαντώ. Καλό το κρασί, λευκό ημίγλυκο. Λίγα λεπτά μετά μας φέρνουν και τη σούπα. Και πλησιάζει ο ένας ο καμεραμάν προς το μέρος μας. Στέκεται πάνω από τα κεφάλια μας και μας προστάζει να δοκιμάσουμε τη σούπα και να κάνουμε ότι μας αρέσει. Δεν του δίνω σημασία, δοκιμάζω τη σούπα και λέω "ντάξ ωραία είναι.μμμμμμμμμμμμμ". Φεύγει από πάνω μας και πάει στα άλλα τραπέζια. Μετά τη σούπα, έφεραν και το ψάρι. Και μαζί με το ψάρι δεν ήρθε μόνο ο εικονολήπτης αλλά ολόκληρο συνεργείο, με έναν που κρατούσε καλώδια, έναν άλλον με κάτι μικρόφωνα και έναν άλλο με ένα μακρύ πράγμα που το λένε μπουμ. Και με έναν άλλο που μας μιλάει και μας παρακαλά να κάνουμε δηλώσεις στην κάμερα και να πούμε πόσο μας άρεσε το φαγητό και τι ωραία που περνάμε και τι όμορφη ατμόσφαιρα που έιμαστε και κάτι άλλα γλοιώδη. Δεν άντεξα. "Ποιος είστε κύριε και γιατί μας λέτε όλα αυτά;", ρωτάω. "Μα καλά δεν σας είπανε; Συμμετέχετε στα γυρίσματα της τηλεοπτικής εκπομπής του άλφα, στο "εφιάλτης στην κουζίνα". "Σε ποια;" "Στο εφιάλτης στην κουζίνα!" "Στο ριάλιτι;" "Σας παρακαλώ, δεν είμαστε ριάλιτι". "Καλά. Πάντως εγώ δεν κάνω δηλώσεις!". Με τα πολλά μίλησαν οι δύο κοπέλες από την παρέα. Ο τύπος τους έλεγε τι ακριβώς να πουν και τι ωραία που περάσαμε και τι καλό που ήταν το φαγητό και άλλα χαζά. Την ώρα που μιλούσαμε το μπουμ παραλίγο να πέσει στο κεφάλι μου. Με καρούμπαλα θα έφευγα από εκεί σου λέω. Τέλος πάντων, μετά το φαγητό, που ήταν τζάμπα, αναγκαστήκεμε να υπογράψουμε και κάτι δηλώσεις ότι εκούσια συμμετείχαμε σ' αυτό το ριάλιτι που παρουσιάζει ένας σεφ που εγώ δεν τον ξέρω, γιατί δεν είμαι οπαδός ούτε της γκουρμέ κουζίνας ούτε της μοριακής γαστρονομίας παρά μόνο του γύρου και του μουσακά. Πάντως η σούπα παραήταν κρύα, το ψάρι ανάλατο, τα ακτινίδια ψιλομπαγιάτικα και το γαλακτομπούρεκο πολύ λίγο. Και τελικά τα πιάτα δεν ήταν 6, μας πιάσανε κορόιδο. Για τζάμπα καλά ήταν, δε λέω, σκέφτηκα από αύριο πάλι γύρο και σουβλάκι, άντε και καμιά καρμπονάρα βαριά βαριά. Γιατί τα γράφω αυτά; Για να δείξω τα ρεζιλίκια μου, ότι είμαι τραβάτε με και ας κλαίω και παρ'όλο που τα παίζω αφ' υψηλού και τάχα μου δήθεν κατέληξα σ' αυτό το ριάλιτι, έστω και άθελά μου. Αλλά τι να κάνω; Εκείνη τη μέρα πεινούσα. Και εις άλλα με υγεία. Ελπίζω τουλάχιστον να με κόψουν στο μοντάζ.
(tin alli Pempti {28 maiou}stis 10 kai misi to vrady, eimai o axyristos me to xinismeno vlemma)

Σάββατο, Μάϊος 09, 2009

H αρχή (και το τέλος) από ένα ποστ που έγραψα στις 28 Μαρτίου και ξέχασα να ανεβάσω

Ο χρόνος θα δείξει αν η ιστορία θα επαναληφθεί ως φάρσα ή ως τραγωδία. Το σκηνικό είναι ήδη στη θέση του και περιμένει τα πρόσωπα να αναλάβουν δράση και τους διαλόγους να αρχίσουν να εκτοξεύονται εκατέρωθεν. Ο καιρός είναι αλήθεια πολύ καλός, ο ουρανός είναι εντελώς ανέφελος, το χτεσινό αεράκι έχει δώσει τη θέση του στη νηνεμία και κάτι κίτρινα λουλούδια έχουν κατακλύσει τους καταπράσινους λοφίσκους.

Παρασκευή, Μάρτιος 13, 2009

We Carry On

Μιας που ανέφερα στο προηγούμενο ποστ τους θεούς Portishead, ας ανεβάσω το "We carry on". Μπορώ με βεβαιότητα να πω ότι αυτό είναι το αγαπημένο μου βιντεοκλιπ έβερ, ακόμη καλύτερο ακόμη και από αυτό το "Rabbit in your headlights". Δεν ξέρω τι μ' έπιασε σήμερα. Από εκεί που το είχα χεσμένο το μπλογκ μου, σήμερα ανεβάζω 3ο ποστ. Καλά μού τα 'λεγε η φίλη μου η Ξένια ότι είμαι άνθρωπος των άκρων (επίσης έλεγε ότι είμαι προβλέψιμα απρόβλεπτος, αλλά πολύ καλό παιδί, αν και αυτή μάλλον είχε μπερδέψει καποια δεδομένα γιατί με αναδρομική σιγουριά μπορώ να πω ότι οι έννοιες της "καλοσύνης" και της "έλλειψης προβλεψιμότητας" ή κυκλοθυμίας, όπως θες πες το, δεν είναι απαραίτητα αντιθετικές μεταξύ τους). Ε τώρα τα γνωστά, το επόμενο ποστ κάπου μέσα στον Απρίλη, όταν θα σουβλίζουμε τον οβελία και θα ξεντεριάζουμε τα κοκορέτσια. Τέλος πάντων, ας είμαστε καλά, πάνω απ' όλα η υγεία και τα λοιπά και τα λοιπά. Ρε μπας και φταίει που είναι σήμερα Παρασκευή και 13? Έτσι και αλλιώς το μπλογκ αυτό πάντα κάπου στη ζώνη του λυκόφωτος ανήκε. Enjoy!

Ηλίας

Τώρα που το τηλέφωνο έπαψε να χτυπά και τώρα που το "Watchmen" κατεβαίνει αργά στον υπολογιστή μου (8 ευρώ είναι πολλά, η οικονομική κρίση παύλα τσιγκουνιά χτύπησε και μένα), τώρα ξαφνικά θυμήθηκα έναν χόμο νεαντερνταλένσις με τον οποίο έπρεπε λόγω της δουλειάς να μιλούμε σχεδόν καθημερινά, δηλαδή όχι μόνο να μιλάμε στο τηλέφωνο αλλά και να βρισκόμαστε διά ζώσης για να αντιμετωπίζουμε διάφορα θέματα: Γιώργο θαρρώ τονε λένε. Ήταν όπως οι περισσότεροι εδώ πέρα. Με τον χαβαλέ του, με τις μαλακίες του και πάντα πιστός στο υπέρτατο δόγμα "πηδάμε ό,τι θηλυκό κινείται σε ακτίνα 30 μέτρων και όταν το πηδήξουμε συζητάμε με όλους τους φίλους και γνωστούς μας τα πάντα, χωρίς να είμαστε φειδωλοί σε περιττές λεπτομέρειες (διάμετρος αιδοίου, τρίχες, όρεξη για κατάποση και άλλα οθωμανικά). Μια χαρά, με γεια του και χαρά του μέχρι εδώ όλα καλά, εξάλλου όταν άρχισε να εξιστορεί τα καθέκαστα εγώ έβαζα το άιποντ και άκουγα ρέντιοχεντ, φλάινγκ λότους και μαργαρίτη. Αυτός λοιπόν ο χαβαλές, για έναν παράξενο λόγο που για να εξηγηθεί δεν είμαι αρμόδιος εγώ, με αποκαλούσε "Ηλία". Ποτέ δεν το έκανα θέμα γιατί δεν είχα όρεξη να πολυασχοληθώ με τον εν λόγω. Αφού θες Ηλία, Ηλία με λένε, δε βαριέσαι, πάνω απ 'όλα η δουλειά. Ίσως να ήθελε να αποκρύψει με αυτή την χαριτωμενιά την ηθική του ανεπάρκεια και την πνευματική του αναπηρία. Ίσως να ήθελε να επιβληθεί με τον τρόπο του σε έναν "ανταγωνιστή", αν και εδώ που τα λέμε εγώ ποτέ δεν έδειξα να έχω φιλοδοξίες να γίνω κανά κόκορας στο κοτέτσι του νησιού. Οι φίλοι και γνωστοί με ρωτούσαν γιατί δεν απαιτώ να με αποκαλεί με το πραγματικό μου όνομα και γω απαντούσα δε βαριέσαι, άστον να με φωνάζει Ηλία, στο κάτω κάτω της γραφής δεν με αποκαλεί Αγαμέμνωνα ή Αρίσταρχο ή ξέρω γω Πελοπίδα, Ηλίας ας είναι. Πέρασε καιρός και προς το τέλος της σεζόν έρχεται δίπλα μου, στο παγκάκι που καθόμουν και απολάμβανα, θυμάμαι, τους φλιτ φόξις, και μου ζητάει να μάθει το λόγο για τον οποίο ποτέ δεν αντέδρασα που με αποκαλεί Ηλία. Κλείνω το άιποντ, τον κοιτάζω σοβαρά και του λέω απλά και ατάραχα ότι δεν αντέδρασα για τον απλούστατο λόγο ότι το δεύτερο μου όνομα, το βαφτιστικό, είναι το Ηλίας. Και φεύγει από το παγκάκι. Λέω, αποκλείεται να το έχαψε, ποιος έξυπνος άνθρωπος θα το έχαβε; Την επόμενη μέρα βρίσκει μια συνάδερφο και της λέει: "Ρε συ Τίνα απίστευτο. Πες το κάρμα, πες το τύχη, τα έχω παίξει. Να εκείνος, ο ναμπ, που τόσο καιρό τονε έλεγα Ηλία μου αποκάλυψε ότι όντως τονε βαφτίσανε Ηλία". Η Τίνα μπαίνει αμέσως στο κόλπο και, προσπαθώντας να κρατήσει τα χάχανα που ανέβαιναν στο λαιμό της, συνεχίζει το παραμύθι. "Αχ και να 'ξερες γιατί ο Ηλίας ήρθε στο νησί. Προσπαθεί να αποτοξινωθεί, γυρνούσε από το ένα κέντρο στο άλλο, ήταν βυθισμένος βαθιά στην ηρωϊνη και στις κοκαϊνες". Κάγκελο ο Γιώργος. Την άλλη μέρα έρχεται στο παγκάκι που καθόμουν και απολάμβανα, θυμάμαι, πόρτισχεντ και μου ζητάει συγγνώμη. Δε βαριέσαι λέω, εμείς οι πρώην τοξικομανείς είμαστε υπομονετικοί με όλους τους τύπους των ανθρώπων. Αλλάζει θέμα και, καθώς αρχίζει να συζητάει για δυο γκόμενες που πήρε στην Παράγκα, ανεβάζω το βόλιουμ και απολαμβάνω ήδη τα ουρλιαχτά της Μπεθ. Εκείνη, τέλος πάντων, τη μέρα συνειδητοποίησα ότι οι ηλίθιοι δεν ευδοκιμούν μόνο στον στρατό, κυκλοφορούν και ανάμεσά μας. Και ότι μερικές φορές δεν είναι ανίκητοι. Και για το κουτσομπολιό της υπόθεσης, μία φίλη μού είπε ότι ένας φίλος τής είπε ότι ο Γιώργος εθεάθη σε ένα μπαρ να χαμουρεύεται με έναν μπέαρ. Τελικα, μου φαίνεται ότι το προηγούμενο καλοκαίρι όλοι κοροϊδευαμε αλλήλους, αλλά αυτό είναι πρόλογος από άλλο ποστ.

Ντριν

Το τηλέφωνο. Χτυπάει. Έχει εκείνον τον ήχο. Ντριν. Είναι γκρι και παλιό. Ένα γκρι παλιό τηλέφωνο. Ντριιιν. Δεν ακούγεται κάποιος γλυκός ήχος. Μόνο εκείνος ο διαπεραστικός που κάνει τα μηλίγγια σου να σφίγγονται. Γκρρντριιίν. Και τις τρίχες σου να ανατσουτσουρώνονται. Και τα νεύρα σου να τεντώνονται, τα αυτιά σου να πονάνε, τους κυνόδοντες να αιμορραγούν. Γκρρρκργντριιιινγκκκ. Και το αίμα σου να παγώνει. Ντρρριιιιιιιιιιιιιιιιιιιιννννννννννννννννννν. Και συ εύχεσαι να σταματήσει. Αυτό όμως εξακολουθεί να χτυπά, μολύνοντας την ατμόσφαιρα και καίγοντας συνάμα όσα εγκεφαλικά κύτταρα είχες καταφέρει να σώσεις μετά πολλών κόπων και βασάνων. Γκρρρρρντρρρρν. Ο βρυχηθμός συνεχίζεται. Και έχεις ήδη πονοκέφαλο που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ούτε με μεσουλίντ. Ακούγεται μια φωνή από το υπερπέραν: "ας το σηκώσει κάποιος το γαμωτηλέφωνο". Κανένας όμως δεν το σηκώνει γιατί όλοι είναι απασχολημένοι. Και χτυπάει. Το τρυπάνι έχει ήδη εισχωρήσει στο κρανίο σου. Ίσως και να είναι πλέον αργά. Και τότε σηκώνεσαι από τη θέση σου. Τα παρατάς όλα και το πλησιάζεις
Το αρπάζεις και λίγο πριν το πετάξεις από το παράθυρο προλαβαίνεις μόνο να κάνεις κάποιες σκόρπιες σκέψεις. Και αν προσγειωθεί στο κεφάλι εκείνης της γιαγιάς που γυρίζει κεφάτη από το μπακάλικο του Βερόπουλου, κρατώντας δυο σακούλες με ψώνια; (στην μία είναι εύκολο να δεις μια φυτίνη, ένα μπέηκιν πάουντερ, ένα φαρινάπ και μια κουβερτούρα, ενώ στην άλλη με δυσκολία διακρίνεις τρία άδεια μπουκάλια μπίρας και μισό λίτρο βενζίνη κάτω από τα 4 ρολά υγείας καππιτονέ). Και αν η γιαγιά πέσει σέκος δίπλα από το πεζοδρόμιο; Και αν έρχεται γκαζωμένος εκείνος ο οδηγός με το πορτοκαλί φίατ, που συνηθίζει να ακούσει στη διαπασών τον εξαίρετο τραγουδιστή Πετρέλη; Και αν τη δει τελευταία στιγμή και για να την αποφύγει μπει στο αντίθετο ρεύμα; Και αν στο αντίθετο ρεύμα ο οδηγός με το πράσινο αγροτικό μάζντα , στην προσπάθεια του να αποφύγει το πορτοκαλί φίατ, βγει από το δρόμο και τσουλήσει σ' εκείνο τον κατηφορικό χωματόδρομο που καταλήγει στην παραλία; Και αν τα φρένα του δε λειτουργήσουν; Και αν προσγειωθεί ανάμεσα στα βυζιά της Λιλίκας που συνηθίζει να απολαμβάνει γυμνόστηθη τον ήλιο διαβάζοντας Λένα Μαντά; Και αν αυτό θεωρηθεί δυσφήμιση για την Μαντά; Και αν ξεσπάσει σκάνδαλο και μην μπορώντας η συγγραφεύς να αντέξει τις τύψεις αποφασίσει να δώσει τέλος στη ζωή της, πηδώντας από τη γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου; Και αν όλοι αυτοί οι κριτικοί που την χλεύαζαν, συνειδητοποιώντας το μέγεθος της αδικίας, αποφασίσουν να την τοποθετήσουν στο πάνθεον των μεγάλων αυτόχειρων λογοτεχνών, δίπλα από τους Καρυωτάκη - Δημοσθένη Παπαδόπουλο - Δημοσθένη Κούρτοβικ - Σταύρο Κρητιώτη -Αρθούρο Ρεμπώ - Αύγουστο Κορτώ; Μπα, αποκλείεται, λες. Με τα αν δεν γράφεται καμιά ιστορία. Και παρ'όλο που το τηλέφωνο έχει σταματήσει να χτυπάει, εκτοξεύεται αβίαστα και αβασάνιστα από το παράθυρο.
Και προσγειώνεται στο κεφάλι της γιαγιάς. Το πορτοκαλί φίατ πλησιάζει.

Τρίτη, Φεβρουάριος 17, 2009

Ήσυχες ημέρες

Σχεδόν όλα κυλούσαν ήσυχα σε εκείνη τη μικρή γειτονιά μέχρι εκείνη την ώρα που η Κούλα βγήκε από το στάβλο της κρατώντας το κεφάλι του τράγου στο αριστερό και το χασαπομάχαιρο στο δεξί. Το μαύρο μαντήλι που φορούσε είχε γίνει κατακόκκινο. Το μαχαίρι ακόμη έσταζε. Το αίμα έδειχνε τα ίχνη της. Την Τρίτη είχε μαγειρέψει παστίτσιο. Μπήκε στο σπίτι της και ακούστηκαν σπασίματα. Εκείνη την ώρα, ο κυρ-Κλέαρχος ήταν δίπλα από την τρακάδα και προσπαθούσε να καταλάβει τι ακριβώς γίνεται. Είχε πολεμήσει στο αλβανικό. Σκόνταψε στο πλατύσκαλο, την ώρα που μετέφερε έναν κουβά με καυσόξυλα, έπεσε και χτύπησε. Εκλιπαρούσε για βοήθεια. Το γατί του, βλέποντας το σκηνικό άρχισε να σιγοντάρει εκλιπαρώντας και αυτό. Τα φρίσκις που είχε καταβροχθίσει με λαιμαργία προχτές του είχαν προκαλέσει μια ελαφρά δυσκοιλιότητα. Η κυρά Ρήνη εκείνη την ώρα χάζευε Χρουσαλά και, έτσι όπως ήταν προσηλωμένη στα λεγόμενα του Πρόδρομου και της κυρά-Τένιας, δεν άκουσε τις φωνές του συζύγου της. Το Μάρτη πήγε στον μπακάλη και αγόρασε έξη κιλά ακτινίδια και δύο φουντούνια από το περίπτερο. Τις φωνές άκουσε ο Κώτσος και προσπαθούσε να ειδοποιήσει την Μαρίνα, τη γυναίκα του, που είχε την τιβί στη διαπασών και έχασκε με το στόμα ανοιχτό τον Αρναούτογλου. Είχε ετοιμάσει μαυρομάτικα για το μεσημέρι. Θα την ειδοποιούσε αν μπορούσε να μιλήσει: το εγκεφαλικό τον είχε ρίξει στο κρεβάτι και τον είχε βυθίσει σε έναν σιωπηλό κόσμο, μόνο με άναρθρες κραυγές μπορούσε να συνεννοηθεί. Το ’65, Αύγουστο μήνα, επέστρεφε από το χωράφι του καμαρωτός μέχρι που ένα άλογο τον πήρε σβάρνα και τον έριξε μέσα σε ένα χαντάκι. 42 μέρες μετά τον βρήκαν παγωμένο. Ζωντανό, ωστόσο. Λίγο πιο πέρα, μία κότα έσκαβε στο χώμα για να βρει σκουλήκια και ένας τρυποκάρυδος συνέχιζε το θεάρεστο, θορυβώδες έργο του. Η Σούλα Αβανθίας γυάλιζε το ντουφέκι της, χα, θα τον κανόνιζε τον δικό της. Είχε βουίξει η γειτονιά ότι της τα φορούσε, πάλι τον είχαν δει στο Διόνυσο με κάτι πουτάνες αγκαλιά. Ένα παράξενο πράγμα, μόλις εκείνο το πρωί της μπήκε η ιδέα για εκδίκηση. Όλο αυτόν τον καιρό έκανε την πάπια. Στο δημαρχείο η Τασία θα τακτοποιούσε τις εκκρεμότητες. Είχε πάει έτοιμη για όλα και με ένα μπουκάλι βιτριόλι στην τσάντα της. Δε θα μου ‘ρχεται κάθε μήνα ο λογαριασμό του νερού διακόσα-τόσα ευρώ, τι έχω να ποτίσω; Τα αυλάκια με τα κολοκύθια και τις ντομάτες; Πάνε αυτά. Στο ειρηνοδικείο ο μειλίχιος κατά τα άλλα Προκόπης θα απέδιδε δικαιοσύνη. Είχε κουραστεί να τρέχει κάθε τρεις και λίγο με τον δικομανή γείτονα που ‘χε μπλέξει: Γαβγίζουν τα σκυλιά σου; Μήνυση! Κακαρίζουν οι κότες σου; Μήνυση! Γκαρίζει ο γάιδαρος σου; Μήνυση! Δε θα μου ξανακάνεις μήνυση ποτέ, πουτάνας γιε! Ο Θέμος ο νεκροθάφτης έκανε παράξενες σκέψεις την ώρα που έσκαβε έναν λάκκο για το νεκρό της ημέρας: Το δικό μου ποιος θα τον θάψει; Μήπως είναι καλύτερα να πέσω μέσα σ΄ αυτόν που τον έχω και έτοιμο. Αν κοπανίσω την αξίνα στο κεφάλι μου, λογικά, μέσα σ’ αυτόν θα πέσω. Τα μάρμαρα λαμποκοπούσαν. Τα μαυρομάτικα είχαν βράσει και ο χυλός έπεφτε πάνω στην μποτίλια υγραερίου. Ο κυρ-Κλέαρχος ένιωθε να πνίγεται από το σάλιο του. Στο αλβανικό είχε σκοτώσει έναν αντίπαλο. Τώρα, σαν να τον έβλεπε μπροστά του. Τον χαιρετούσε. Θα έρθεις μαζί μου; Ένα κοπρόσκυλο ετοιμαζόταν να επιτεθεί στην κότα. Το γατί είχε βαρεθεί το νιαούρισμα και κοιμόταν πάνω στην τρακάδα. Ποια λεπτή ισορροπία δεν έχει τηρηθεί; Τι είχε αλλάξει; Ποιος ευθύνεται για το Κακό που θα μας βρει, σκεφτόταν η Μαρίνα; Θε μου, τι σκέφτομαι και έφτυσε τον κόρφο της.
Η Κούλα βγήκε από το σπίτι της κραδαίνοντας το τσεκούρι. Μπήκε στο στάβλο. Αποκεφάλισε μια κατσίκα. Το πήρε το κεφάλι παραμάσχαλα. Το έβαλε πάνω στην τηλεόραση. Δίπλα από το κεφάλι του τράγου με τα κέρατα. Το σεμεδάκι έγινε λούτσα. Τα πίξελ της τηλεόρασης γέμισαν κόκκινα ποτάμια.
Ησυχία στη γειτονιά.



Τετάρτη, Ιανουάριος 28, 2009

To μπλόκο και όλα τα άλλα

Με το πρώτο λεωφορείο από Θεσσαλονίκη για Βόλο.

Είχαν προηγηθεί μία ολονύχτια διαδρομή με το τρένο από Κομοτηνή, όπου είχα ακούσει ιστορίες για τα στρατά (οι φράσεις «δεν την παλεύω», «γαμώ τη Γκατζολία», «πόσες και σήμερα;» εκτοξεύονταν με ρυθμό πολυβόλου από τους φαντάρους – λίγα χρόνια μετά θα τις χρησιμοποιούσα και γω με παραπλήσιο ρυθμό), μία συνάντηση με κάποια που καταγόταν από το χωριό μου και στη δεκαετία του ’60 είχε μεταναστεύσει στη Γερμανία, (με διέταξε να δώσω χαιρετίσματα στη Ρίτα -δεν ήθελα να τη λυπήσω αναγγέλλοντας της ότι η Ρίτα είχε μετοικήσει λίγα χρόνια πριν εις τόπον χλοερόν – ουδείς στέργει άγγελο κακών), πολλές απεγνωσμένες απόπειρες να κοιμηθώ, άλλες τόσες αποτυχημένες, ένα πακέτο γκολουάζ, το ξημέρωμα στον σταθμό, μία γκρι ανατολή, ένας πικρός, μαύρος κατράμι καφές στα Κτελ και η διαγώνια ανάγνωση μίας χτεσινής εφημερίδας που με περίμενε σε ένα παγκάκι, στην πρώτη σελίδα της οποίας οι τίτλοι έγραφαν κάτι για την χαμηλές πτήσεις των Τούρκων πάνω από το Αιγαίο, τις επικείμενες αγροτικές κινητοποιήσεις και για τη φανταστική πορεία του Ολυμπιακού στο πρωτάθλημα.

Θα κοιμόμουν στη διαδρομή, αναμφίβολα, αν δεν χτυπούσαν τα κινητά. Και αυτά ηχούσαν κάθε πέντε, άντε δέκα το πολύ, λεπτά. Το είχα πάρει απόφαση. Θα κοιμόμουν στο σπίτι μου στο Βόλο. Γι αυτό και το μόνο που μου έμενε να κάνω ήταν να απολαύσω τη διαδρομή, τι και αν την ήξερα απ’ έξω και ανακατωτά; Ο Αξιός, η Κατερίνη, η Λεπτοκαρυά, το κάστρο του Πλαταμώνα, η κοιλάδα των Τεμπών, ο Πηνειός, ένα τρακτέρ, ένα δεύτερο, να και ένα τρίτο, να και χίλια ακόμη. Το μπλόκο.

Μόλις είχαν κλείσει το δρόμο. Και εκείνη τη στιγμή που ήμουν έτοιμος να αρχίσω να βρίζω την τύχη μου τη μπουζουξού, αφού δεν είχα ακούσει τη συμβουλή του πατέρα μου που με είχε προτρέψει να «κάτσω στα αυγά μου» γιατί ήταν βέβαιος πως οι αγρότες θα έκλειναν την εθνική στα Τέμπη και εγώ τον είχα γράψει στα παλιά μου τα υποδήματα (η αλήθεια είναι ότι δεν άντεχα στην Κομοτηνή μετά την εξεταστική – ψοφόκρυο, απονέκρωση και ακατέργαστη ανία), άρχισα να διασκεδάζω με τις αντιδράσεις των επιβατών. Μία καλοντυμένη κυρία πανικοβλήθηκε επειδή θα έχανε ένα μήτινγκ και απειλούσε θεούς (το Σημίτη;) και δαίμονες (τον Πατάκη;), ένας ευτραφής άρχισε να φωνάζει (τι χάλια είναι αυτά, τι σας φταίμε, έχουμε και δουλειές – κρατούσε μία ασημένια βαλίτσα, μέσα στην οποία είμαι σίγουρος ότι ξεκουραζόταν ένα ρεβόλβερ, ωραία, θα μας πούνε και στις ειδήσεις, θα χυθεί αίμα), μία ροδαλή φοιτητριούλα μουτζόκλαιγε (ιπποτικά της προσέφερα ένα ζέβασοφτ – ανταπέδωσε έναν αναστεναγμό και μου είπε ότι κατέβαινε στο Βόλο για να δει το αγόρι της που υπηρετούσε στη Σάμο, είχε καιρό να τον «δει», αχ και τώρα πότε θα τον «δω», μόνο μία τριήμερη πήρε για να με «δει»), ενώ ένας φαντάρος με στολή εξόδου κοιμόταν ακόμη του καλού καιρού. Ο οδηγός ήδη διαπραγματευόταν. (Μα από πού να πάμε; - Παρακαμπτήριο να πάρετε. Από την εθνική δεν περνάτε. – Μα δεν μας λυπάστε; Τι σας φταίμε; - Γιατί; Εμείς τι σας φταίμε; Που μένουν στις αποθήκες τα βαμβάκια και τα λάδια; Που τα πουλάμε για ένα ξεροκόμματο; Ούτε επιδοτήσεις παίρνουμε, ούτε τίποτα. Μας κοροϊδεύουν – Ρε παιδιά μαζί σας είμαι, αλλά δεν υπάρχει άλλος τρόπος να διαμαρτυρηθείτε; - Υπάρχει, αλλά πού να τρέχουμε στην Αθήνα; - Καλά, και από πού να πάμε τώρα; - Παρακαμπτήριο. Μέσω Καρίτσας). Την ώρα που το λεωφορείο έμπαινε στην παρακαμπτήριο, πρόσεξα λίγο το όλο σκηνικό. Σίγουρα δεν θα ξυπνούσαν μια ωραία πρωϊα και θα κλείναν το δρόμο, αν δεν είχαν αιτήματα. Η φτώχεια είναι κινητήριος δύναμη. Και η απόγνωση. Και η βαρεμάρα. Και η άποψη ότι όταν ένα μπουρδέλο καίγεται πρέπει πάση θυσία να σωθεί η πουτάνα. Κάτι συνέβαινε εκείνη τη στιγμή και κάτι μου έλεγε ότι αυτές οι εικόνες θα επαλαμβανόταν ξανά και ξανά.

Φτάσαμε στο Βόλο μετά από 4 ώρες περιπλάνησης. Το είχα πάρει απόφαση ότι θα αργούσαμε και χάζευα, θυμάμαι, τη διαδρομή ακούγοντας Διάφανα Κρίνα στο γουόκμαν. Είδα μέρη που δεν είχα ξαναδεί. Έφτασα στο συμπέρασμα ότι ο νομός Λαρίσης δεν αποτελείται μόνο από τον αχανή κάμπο, αλλά και από γραφικά χωριά με πετρόχτιστα αρχοντικά και φιδογυριστά καλντερίμια, από καταπράσινα λιβάδια γεμάτα αγελάδες που έβοσκαν γαλήνιες , από όμορφες παραλίες με ψιλή άμμο και από άλλες με πετρούλες, από περήφανα βουνά και από υπεραιωνόβια δέντρα με χοντρούς κορμούς και δυνατά κλαδιά, που άπλωναν στο άπειρο.

Καθώς φτάσαμε στο Βόλο με παρέλαβε ένας ταξιτζής που χώρεσε άλλους τρεις, καημένους σαν εμένα, στο όχημά του. Περιπλανηθήκαμε σε όλη την πόλη παρακολουθώντας τους δρόμους ανέκφραστος, μέχρι που πρόσεξα κάποιους δημοτικούς υπάλληλους να κόβουν νεραντζιές. – Μα γιατί τις κόβουν; - Θα κάνει λέει ο δήμαρχος θέσεις για πάρκινγκ – Ο Βόλος είναι ήδη γκρι – Και τι έγινε; Θα μας βλάψει λίγο γκρι ακόμη; Δεν είχα διάθεση για περαιτέρω κουβέντες. Ήμουν και κουρασμένους.

Δεν ξέρω γιατί ακριβώς θυμήθηκα όλα αυτά. Ίσως φταίνε τα δελτία ειδήσεων των τελευταίων ημερών. Και η προσπάθεια να βρω τι ακριβώς έχει αλλάξει από εκείνο το πρωί του Φλεβάρη του 1999.

Τετάρτη, Ιανουάριος 07, 2009

Καουτσούκ

Πασέ- ξεπασέ, χιλιοειπωμένο, μίζερο, του στιλ έχεις παραδοθεί στην τύχη σου βρε φουκαριάρη, ο χρόνος είναι μια σύμβαση και μπορεί να λες ότι όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος όλος, ίσως και γω να πιστεύω ότι τίποτα δεν αλλάζει, αλλά ίσως και να αλλάξει και να εκπνεύσει ένας αέρας νέος που θα σε πάρει και θα σε σηκώσει, αλλά και πάλι δεν είσαι σίγουρος, εξού και η ησυχία. Σιγά την ησυχία δηλαδή, ανήσυχος είσαι μιας και η προπαγάνδα έχει πετύχει τον στόχο της. Εδώ ακούς από εικοσάχρονα (και βγάλε) να νοσταλγούν πουλιά και κάτι χάρτινα καρναβαλίστικα σκηνικά με άρματα και ψευτοαρχαιοελληνικές στολές με δόρατα και άρματα και άλογα και δη πράσινα. Ανησυχία; Βαριά λέξη, γιατί αν ανησυχούσες δεν θα έβρισκες καταφύγιο σε τάχα μου δήθεν πολιτικά βιβλία, δε θα ξημεροβραδιαζόσουν βλέποντας τον 4ο κύκλο μιας αμερικανιάς, δε θα μετρούσες αντίστροφα μέχρι την 21η ιανουαρίου, δε θα έτρωγες τα νύχια σου αγωνιώντας αν ο διαφωτιστής (κλάιν) είναι όντως νεκρός και δε θα σπαταλούσες τον όντως σπαταλημένο χρόνο σου προσπαθώντας να βρεις ποια είναι η σωστή σημαία της Ζάμπια ή, ξέρω γω, των νησιών του Σολομώντα. Και τι θα έκανες; Θα προσκυνούσες, θα άναβες κεριά, θα έβγαινες έξω, θα μετανάστευες. Ντάξει, τα σκέφτηκες όλα αυτά, μερικά από αυτά τα έκανες κιόλας. Πρώτη φορά μετανάστευσες όταν κατάλαβες ή προσπάθησες να καταλάβεις την έκταση του συστήματος οφ δε ντάουν. Και μετά ξαναγύρισες. Ναι, αλλά βγήκα και έξω. Τις προάλλες έριξα μια κοτρώνα σε μια βιτρίνα. Αυτή μάλλον ήταν από καουτσούκ. Το λέω αυτό γιατί η κοτρώνα ξαναγύρισε και με πέτυχε στο δόξα πατρί. Είχε και ένα σημείωμα πάνω της. "Άντε ρε μαλάκα, τώρα το θυμήθηκες; άντε μου στα τσακίδια, έχει περάσει προ πολλού η σειρά σου ρε, τράβα να κοιμηθείς και άμα ξεκολλήσεις και αλλάξεις μυαλά, τότε ίσως να σπάσω. Προς το παρόν, τράβα στα τσακίδια και τα ξαναλέμε, εδώ θα είμαι και θα σε περιμένω, θα σε περιμένω". Πήγα στα τσακίδια λοιπόν και άκουγα, καθώς απομακρυνόμουν, κάτι υστερικά χάχανα. Δεν άντεξα, πήγα μπροστά της και άρχισα να ουρλιάζω "άντε στο διάλο μωρή ξεκωλιάρα, δεν είμαι αυτός που νομίζεις, δεν έχω γίνει αυτό που κορόιδευα" και άρχισα να τη βαράω. Τα χάχανα συνεχίστηκαν από αλλού. Ήταν μάλλον κάτι περαστικοί που χάζευαν το θέαμα. Φεύγοντας, τους άκουσα να λένε "πάει, τα 'χασε αυτός, και μη χειρότερα να λέμε". Γι αυτό το 'ριξα στην τηλεόραση και στις μουσικές. Λίγο πριν κοιμηθώ έτυχε (?) να ακούσω τους στίχους από το"λούζερ", τσατίστηκα και αμέσως μετά έβαλα Ρέμο και Ζήνα, τα λαϊκά πάντα με αποκοίμιζαν, η τηλεόραση πάντα με αποβλάκωνε, το ίντερνετ πάντα ξυπνούσε τον πιο αστείο μου εαυτό, όλα αυτό ήταν ένα αστείο για να σπαταλήσεις τον χρόνο σου, από τα ηχεία ακούγεται μάλλον το "λούζερ" και ετοιμάζεσαι να κοιμηθείς. Εφησυχασμένος. Χαααλαρός. Μουσική που ακούς στο σούπερ μάρκετ, όταν βρίσκεσαι στο δίλημμα ποιον πελτέ ντομάτας να διαλέξεις. H προπαγάνδα διέλυσε και εμένα, είμαι το πρώτο της θύμα, όχι το τελευταίο, με ευνούχισε και με έκανε να πιστεύω ότι αυτή εδώ είναι η δική μου μοιρολατρική καταληκτική απόφαση. Η συγκρουσιακή τακτική της με έριξε στα σκατά μου. Πού θα μου παέι, θα την σπάσω τη βιτρίνα και τότε θα σπάσουν και όλες οι άλλες και θα φύγουν και τα φλόκια και η φαιά ουσία θα είναι τόση καυτή που θα κάψει όλο το σύμπαν και τόσο σαρπ που θα σκάψει μέχρι τον πυρήνα της γης και θα, θα , θα , χρρρρρρρρρρρρρρρψψψψ, ποιος είπε ότι τα ανδροειδή δεν βλέπουν στον ύπνο τους ηλεκτρικά προβατάκια;

Τρίτη, Νοέμβριος 25, 2008

864.000 δευτερόλεπτα (περίπου)

Πέμπτη, Νοέμβριος 20, 2008

Το συμβάν

Πού βρίσκομαι; Σα να ζαλίζομαι λίγο. Και αυτό το μπλε φως με ενοχλεί. Μπορεί κάποιος να το σβήσει; Κάποιος ευτυχώς με ακούει και κατεβάζει τους διακόπτες. Χαίρομαι, αλλά δεν ξέρω γιατί. Τι έχει συμβεί; Κάτι πάω να θυμηθώ, τι θυμάμαι; Η τελευταία εικόνα είναι τα χέρια του. Πιο πριν ένα μπαρ, μουσική, φώτα, κοπέλες, χαμός. Πιο πριν...Πιο πριν ήμουν στο εξωτερικό, πηγαίνω σχολείο, δε θυμάμαι ακριβώς σε ποιο. Κάποιος από την παρέα μας προτείνει να φύγουμε για τα ξένα, να πάμε το καλοκαιράκι σε ένα μέρος κάπου στην Ευρώπη. Η Ευρώπη δεν ξέρω που είναι, έχουμε διάφορες ιδέες, να πάμε στις Σεϋχέλλες, στην Ευρώπη δεν είναι και αυτές, όχι ρε βλάκα, κάπου στον Ειρηνικό ή στον Ινδικό ξέρω γω, πιάνουμε έναν χάρτη, τον βάζουμε κάτω, ας θέσουμε και τα κριτήρια, τι θέλουμε ρε παιδιά, ση-σεξ εντ σαν ή ήρεμες καταστάσεις, τι ήρεμες ρε μαλάκα, αν θέλαμε ηρεμία θα πηγαίναμε διακοπές με τους γονείς μας, αρ γιου νατς ρε φίλε, ρίχνουμε τις ιδέες, να πάμε στις Βαλεαρίδες, τι να κάνουμε εκεί ρε, πάμε Μαγιόρκα, εκεί μαζεύονται λέει όλοι οι μονόχνωτοι οι γερμανοί με τις σταφυδιασμένες τις γυναίκες τους, ε ας πάμε στην Ίμπιζα για ξέφρενο ναιτκλάμπινγκ, ναι ρε ας πάμε, στην Ίμπιζα αδέρφια μου, στην Ίμπιζα με τις εύκωλες τις γκόμενες και τα γαμάτα τα μπαρ. Μόνο που δεν βρήκαμε εισιτήρια για την Ίμπιζα και πήγαμε κάπου αλλού. Και μετά δε θυμάμαι. Πού είμαι;

Μου τα είπε τα καθέκαστα ο ιδιοκτήτης του εν λόγω κλαμπ. Το ακουστικό παραλίγο να μου πέσει από τα χέρια. Την κάτσαμε. Και τώρα τι γίνεται λέω; Ε, τι να γίνει μου απαντάει. Δεν το προλάβαμε. Πήρε διαστάσεις το θέμα. Και πώς το καλύπτουμε; Ξέρεις, απαντά, αυτό δεν καλύπτεται, είναι χοντρό. Δεν είναι κανά χαμένο κορμί, κανά μετανάστης ή καμιά φουκαριάρα αλβανίδα καθαρίστρια, δεν καλύπτεται το θέμα, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να το συμμαζέψουμε. Μιλάμε σε κανά ραδιοφωνικό σταθμό, άντε σε κανά ρεπόρτερ, εκφράζουμε την βαθύτατη οδύνη μας, χωρίς να παραλείψουμε να εκφράσουμε και την έκπληξή μας για το συμβάν. Πρέπει να πούμε κιόλας ότι τέτοιο περιστατικό δεν έχει ξανασυμβεί, είναι πρωτόγνωρα πράγματα αυτά και δεν ταιριάζουν με το προφίλ αυτού του τόπου, στον τόπο μας έρχονται καλοί άνθρωποι και οι κάτοικοι είναι καλοί και καλοσυνάτοι. Ντάξει, τι να κάνουμε θα πούμε ότι θα μπορούσε να είχε συμβεί οπουδήποτε, έτσι δεν είναι;. Μην ξεχνάμε επίσης ότι είναι πολλά αυτά που διακυβεύονται, οκ; Μεσούσης της καλοκαιρινής περιόδου. Καταλαβαίνεις τι εννοώ. Ήδη έχουν αρχίσει οι πρώτες γκρίνιες..Και φοβάμαι ότι το θέμα θα απασχολεί τα κανάλια για 2-3 μέρες ακόμη. Λογικά, θα περάσει η μπόρα. Τώρα όμως χρειάζεται προσοχή, ε; Παίζονται πολλά. Και μην ξεχνάς ε; Θα χάσουμε πολλά αν δεν το χειριστούμε καλά. Και δεν εννοώ μόνο τις ψήφους, ε; Καταλαβαίνεις τι εννοώ; Στον ίδιο τόπο μένουμε, ξέρεις πώς είναι οι κλειστές οι κοινωνίες και ξέρεις τι θα πάθουμε αμα χαθούν λεφτά. Γι αυτό σου λέω. Θέλει προσοχή. Και σεμνότητα και ταπεινότητα.

Εντάξει, ναι, έτσι είναι, γεννιόμαστε αγνοί. Είμαστε εν δυνάμει άγιοι. Απλώς, να μωρέ, πώς τα φέρνει η στιγμή και έτσι ξαφνικά μπορούμε να γίνουμε εν δυνάμει εγκληματίες, Δεν ξέρω, όλα μέσα στο παιχνίδι είναι. Εντάξει, δε θα σου πω ούτε για το πώς μεγάλωσα, ούτε για τις όποιες αξίες και τα ιδανικά μου. Το μόνο που θέλω να σου πω είναι πώς ακριβώς κατέληξα εδώ. Έχουμε χρόνο να στα πω, θα μου πεις και αύριο μέρα είναι, αλλά, εντάξει, δεν έχεις βαρεθεί πια την τηλεόραση; Ρε συ μην φεύγεις, κάτσε λίγο να στα πω περιληπτικότατα έστω, με αδρές γραμμές. Κοίτα, το γρασίδι είναι πράσινο αλλά για να είμαι ειλικρινής το μόνο πράσινο πράγμα που πρόσεχα δεν ήταν το γρασίδι, μιας και δω δεν έχουμε γρασίδια, ζούγκλες και πυκνή βλάστηση, λοιπόν τι έλεγα, ναι, πράσινα ήταν και τα κατοστάευρα που μας έδιναν. Ρέστα δεν πολυθυμάμαι να επέστρεφα. Καλή δουλειά μου είπαν. Να κόβεις φάτσες. Και να προσέχεις ποιος μπαίνει, ποιος βγαίνει, έχε το μάτια σου ανοιχτά και να επεμβαίνεις όταν πάει να γίνει κανά σκηνικό. Τους βγάζεις έξω και αναλαμβάνεις τα περαιτέρω. Εύκολο για μένα, ερασιτέχνης πυγμάχος γαρ. Αλλά έπρεπε να προσέχω. Το είχαν τονίσει επανειλημμένως και επισταμένως. Ό,τι κάνουμε να το κάνουμε στο σκοτάδι. Και με τέτοιο τρόπο ώστε να μη σε δουν πολλοί. Στα μουλωχτά, πώς να στο πω για να γίνω κατανοητός. Εννοείται ρε συ ότι είχε λαδώσει το μπιγκ μπος και κάποιους για να μπορούμε να κλείνουμε τα στόματα, αλλά μια στο εκατομμύριο να τύχαινε η στραβή, θα την είχαμε άσχημα, δεν σε είδα δεν σε άκουσα, βγάλτην πέρα μόνος σου, εξηγούμαι για να μην παρεξηγούμαι. Και εντάξει όλα καλά, όλα πήγαιναν καλά, έριχνα και κάτι ψιλές και περνούσε η ώρα, τζάμπα λεφτά σου λέω. Ρε συ βαρέθηκες; Γιατί την κάνεις; Καλά, δεν πειράζει, και αύριο μέρα είναι, έχουμε όλο τον χρόνο μπροστά μας. Έχουμε όλο τον χρόνο μπροστά μας. Ο χρόνος είναι άφθονος, γαμώ την καταδίκη μου. Η ανία.... Οι σκέψεις...Φοβάμαι τις σκέψεις...Επιστρέφουν τα βράδια με το που πέφτει το σκοτάδι...Μου θυμίζουν τι έχω κάνει...Τι έχω κάνει; Ρε πούστη μου, τι έκανα; Πώς μπόρεσα και το έκανα; Μπορώ να σωθώ; Μόνο άμα βγω από εδώ. Μόνο τότε θα πω ότι η ζωή συνεχίζεται. Γιατί τώρα έχει σταματήσει πίσω από αυτά δω τα ντουβάρια....


Γαμώτο, ήταν ανάγκη να σκάσει αυτό το θέμα τώρα; Τώρα που ετοιμαζόμουν για τις καλοκαιρινές μου διακοπές; Τα κοράκια οι δημοσιογράφοι ψοφάνε για θανατίλα, σαν τα όρνια ένα πράγμα. Έδωσαν έκταση στο θέμα, από τη μύγα ξίγκι να βγάλουν, από παντού να μας βαρέσουν, μη χάσουν τα καθάρματα. Μίλησα και με τον προϊστάμενό μου. Τι κάνουμε αρχηγέ; Το θέμα μού λέει δεν είναι τι κάνουμε, είναι τι κάνεις εσύ. Εγώ δε θέλω καμιά ανάμειξη σ’ αυτήν την υπόθεση. Το κόστος για μένα μπορεί να είναι υψηλό και δε γουστάρω να πληρώνω ίματζ μέηκερς ξανά, είναι και ακριβοί οι πούστηδες. Οπότε θα σου πω τι οφείλεις να κάνεις εσύ. Λοιπόν, απλά τα πράγματα. Θα πας στον τόπο του συμβάντος και θα καλέσεις τους δημοσιογράφους για συνέντευξη τύπου και καλά. Θα κάνεις δηλώσεις, θα το παίξεις αυστηρός, θα επαναλάβεις πολλές φορές τις φράσεις «δε θα ανεχτούμε» και «θα φτάσει το μαχαίρι στο κόκαλο» και μετά θα συνεχίσεις απερίσπαστος τις διακοπές σου. Το πολύ πολύ να συγκαλέσεις και μια σύσκεψη με τους τοπικούς άρχοντες και όλα καλά. Το θέμα θα ξεχαστεί. Μην ξεχάσεις μόνο να καλέσεις και τα κανάλια. Και να φοράς το μπλε πουκάμισο και τη γκρι γραβάτα, γιατί γράφει καλά στις κάμερες, τονίζει τις γωνίες σου και σε δείχνει δυναμικό. Μόνο η εικόνα μετράει, στο έχω ξαναπεί. Αρκεί να το παίξεις πειστικός. Όλα τα άλλα είναι ήσσονος σημασίας, μόνο να είσαι πειστικός, το μαχαίρι στο κόκαλο. Εντάξει αγόρι μου; Αυτά είπε ο προϊστάμενος και μου έκλεισε το τηλέφωνο. Καλά τα είπε. Πρακτικός, σώφρων και έξυπνος άνθρωπος. Έχει τη λύση σε όλα τα προβλήματα. Γι αυτό τον αγαπάω. Αυτά που είπε, αυτά θα κάνω. Θα συνεχίσω τις διακοπές μου εκεί. Τι να κάνουμε, φέτος δε θα κάνω διακοπές στην Ταϋλάνδη. Φέτος μένουμε Ελλάδα. Θα μου πεις και εδώ καλά είναι. Ωραίες παραλίες και όμορφος κόσμος. Τι να κάνουμε δυστυχώς. Ανάγκα και θεοί...

Όλες αυτές τις μέρες που ήμουν έγκλειστος, έβγαινα στο προαύλιο και μιλούσα μ’ αυτό το παληκάρι. Ολιγόλογος και εσωστρεφής, έτσι μου είχε φανεί. Μετά, σαν να λύθηκε κάπως. Μου έλεγε ότι δεν ξέρει πού βρίσκεται και πού πηγαίνει. Ωχού και συ καημένε, σάμπως ξέρει κανείς πού πηγαίνει, ούτε και γω ξέρω γιατί είμαι δω. Και οι δυο μας βλέπαμε τους γονείς μας που έρχονταν και μας κοιτούσαν έξω από τα κάγκελα, εμείς τους μιλούσαμε, αυτοί τσιμουδιά, μόνο μας κοιτούσαν, γιατί δεν μας μιλάτε φωνάζαμε, ουρλιάζαμε ρε γιατί δεν μας μιλάτε, και μετά τους βλέπαμε να φεύγουνε περίλυποι και με κατεβασμένο το κεφάλι και τότε αγκαλιαζόμασταν και μπήγαμε τα κλάματα, να βλέπεις τώρα δυο μαντράχαλους να κλαίνε σαν γυναικούλες. Και το ίδιο γινόταν για κάμποσο καιρό. Μέχρι που μια μέρα εξαφανίστηκε. Ρώτησα τους άλλους πού πήγε, αλλά και αυτοί δεν ξέρανε τίποτα. Μέχρι που έγινε το θαύμα, έτσι το ονόμασαν οι γιατροί, θαύμα, και συνήρθα από το κώμα. Τότε είδα και τους γονείς μου που με αγκάλιαζαν και μου μιλούσαν τρέμοντας. Συνήρθες αγόρι μου; Συνήρθες, δεν περιμέναμε να επιστρέψεις, απίστευτο, υπάρχει Θεός, γίνονται και θαύματα, οι γιατροί σε είχανε για πεθαμένο. Δυο μέρες μετά ρωτάω για κείνο το παιδί που βγαίναμε και μιλούσαμε μαζί στο προαύλιο. Νοσηλευόταν εδώ μου λένε ένα παιδί έτσι όπως μας το περιγράφεις, το είχαν στο διπλανό κρεβάτι. Ερχόταν και οι γονείς του. Πού είναι, ρωτάω Μας άφησε πριν από λίγες μέρες. Διάβασα στις εφημερίδες και πληροφορήθηκα για το συμβάν. Όταν έγινα πλήρως καλά πήγα στο μέρος που είχε γίνει το κακό. Υπήρχαν και άλλες ανθοδέσμες εκεί. Άφησα μία δικιά μου με κάτι άσπρα τριαντάφυλλα. Και τότε μ’ έπιασε το παράπονο. Γιατί ρωτούσα, γιατί μονολογούσα και απάντηση δεν έπαιρνα, μόνος ήμουν εκεί, από ποιον να πάρω απάντηση. Από κείνη τη μέρα πέρασαν χρόνια. Το θέμα έχει ξεχαστεί, όπως ήταν αναμενόμενο. Τα συνθήματα που είχαν γράψει «δε θα σε ξεχάσουμε», «θα ζεις για πάντα», «αθάνατος» έχουν καλυφθεί από άλλα. Δεν ξέρω αν η λήθη είναι ο οριστικός θάνατος. Αν ισχύει αυτό, τότε ο φίλος μου δεν θα ξεχαστεί ποτέ. Γιατί κάθε χρόνο αφήνω μια ανθοδέσμη στον τόπο που έγινε το κακό. Σα να ξορκίζω την κακή ενέργεια αυτού του γαμημένου σημείου με τα τριαντάφυλλα και με το κλάμα που ρίχνω κάθε φορά που πάω εκεί.